Χθες το απόγευμα παρουσιάστηκε στο Πολεμικό Μουσείο η πρωτότυπη εργασία του Χρίστου Τάρταρη για την ΙΙΙ Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία. Ομιλητές ήταν ο Υποστράτηγος Χρήστος Μπολώσης, ο υποφαινόμενος και ο συγγραφέας. Τη συζήτηση συντόνισε ο εκδότης Γιάννης Κουριανίδης. Παρατίθεται η ομιλία του γράφοντος:
Η παρούσα εργασία του συγγραφέα πραγματεύεται τη δράση της ηρωικής ΙΙΙης Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας και την πορεία της από τη Μέση Ανατολή στο Ρίμινι και ακολούθως στην Αθήνα. Στην Ελλάδα της Μεταπολίτευσης ωστόσο η επιστημονική και μη ιστοριογραφία όταν κάνει λόγο για Κατοχή και για Εθνική Αντίσταση ουσιαστικά αναφέρεται στη δράση του ΕΑΜ-ΕΛΑΣ και των λοιπών οργανώσεων του Κόμματος (ΕΠΟΝ, ΟΠΛΑ, Εθνική Πολιτοφυλακή κα),δευτερευόντως στον ΕΔΕΣ του Ζέρβα και ελάχιστα στην ΕΚΚΑ και τον Ψαρρό. Μάλιστα οι περισσότερες αναφορές για τους τελευταίους είτε είναι αρνητικές είτε τουλάχιστον επιφυλακτικές. Έτσι το ευρύ κοινό δεν αντιλαμβάνεται ότι η αντίληψη που διαμορφώνει για το φαινόμενο της Εθνικής Αντίστασης είναι κατευθυνόμενη. Διότι αντίσταση δεν έκαναν μόνο οι παραπάνω οργανώσεις πολλώ δε μάλλον μόνο το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ. Υπάρχει αυτό που ο υποφαινόμενος αναφέρει ως «άγνωστη Εθνική Αντίσταση». Αλήθεια κατά πόσο το ευρύ κοινό, ο πολύς κόσμος, έχει αντιληφθεί και συνειδητοποιήσει ότι ουσιαστικά ο πρώτος Έλληνας αντιστασιακός ήταν ο Ιωάννης Μεταξάς; Ο οποίος αρνήθηκε να υποταχθεί στις δυνάμεις του Άξονα. Ο Μεταξάς ήταν αυτός που αναδιοργάνωσε τον διαλυμένο Ελληνικό Στρατό, που αφύπνισε και ένωσε τον Ελληνικό Λαό όταν ο πόλεμος τού χτύπησε την πόρτα. Αυτό δεν πρέπει να αποσιωπάται. Γιατί οι ηγεσίες εμπνέουν και καθοδηγούν έναν λαό. Του δίνουν όραμα και αυτοπεποίθηση. Το ίδιο συμβαίνει και με τη δράση της ΙΙΙης Ορεινής Ταξιαρχίας, η οποία ήταν μια μονάδα πεζικού που συγκροτήθηκε από την εξόριστη ελληνική κυβέρνηση στην Αίγυπτο ως απόρροια ουσιαστικά του στασιαστικού κινήματος του Απριλίου του 1944 καθώς και της ανάγκης της εξόριστης Ελληνικής Κυβέρνησης να εμφανιστεί ως ισότιμος εταίρος με τους συμμάχους.
Έτσι με την εποπτεία των συμμάχων συγκροτήθηκε μέχρι τα μέσα Ιουνίου η ΙΙΙ Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία με διοικητή τον Συνταγματάρχη Πεζικού Θρασύβουλο Τσακαλώτο με έδρα αρχικά διάφορα στρατόπεδα του Λιβάνου. Εκεί η εκπαίδευση ήταν συνεχής και εντατική με σκοπό να συνεισφέρει στα μέτωπα της Ιταλίας κατά των Γερμανών. Για τη συμμετοχή της στη μάχη του Ρίμινι ο συγγραφέας κάνει μια εξαιρετική περιγραφή και ανάλυση τόσο της μάχης όσο και των προηγηθέντων αυτής. Όπως επίσης και ο Υποστράτηγος κ. Μπολώσης αναφέρθηκε αναλυτικά στον λόγο του.
Η ΙΙΙ Ελληνική Ορεινή Ταξιαρχία ωστόσο συνέχισε την εθνική συνεισφορά της όταν έφτασε στην ελεύθερη Ελλάδα στις αρχές Νοεμβρίου του 1944 λίγο πριν τα Δεκεμβριανά. Τα αθηναϊκό πλήθος υποδέχτηκε με θέρμη και ανακούφιση την έλευσή της, σε αντίθεση με τους υπουργούς του ΕΑΜ. Ο Γουντχάουζ έγραψε σχετικά για την υποδοχή αυτή: «Η εκστατική υποδοχή που επιφυλάχτηκε στην ταξιαρχία όταν παρέλασε στην πόλη την επόμενη μέρα έδειξε ότι ο κόσμος τη θεωρούσε ως ασφάλεια απέναντι στον ΕΛΑΣ. Οι Αθηναίοι, φοβισμένοι κάθε βράδυ από τα απειλητικά συνθήματα που εκφωνούσε ο εφεδρικός ΕΛΑΣ από τα "χωνιά" του, με το δίκιο τους κρατούσαν καχύποπτη στάση απέναντι σε μια οργάνωση που σταθερά επί δύο χρόνια δήλωνε ότι όποιος δεν την υποστήριζε ήταν προδότης». Η Ταξιαρχία του Ρίμινι -πέρα από την αίγλη που τη διέκρινε λόγω των ανδραγαθημάτων της στα μέτωπα της Ιταλίας- διακρινόταν και για την ξεκάθαρη αντικομμουνιστική ιδεολογική ταυτότητά της, που προερχόταν από τα στασιαστικά κινήματα των κομμουνιστών στη Μέση Ανατολή. Μάλιστα ήταν προαπαιτούμενο οι αξιωματικοί και οι οπλίτες που θα την στελέχωναν να διακατέχονται από την αντικομμουνιστική ιδεολογία. Επομένως, όταν ο λαός της Αθήνας κατά χιλιάδες χειροκροτούσε την Ορεινή Ταξιαρχία βλέποντάς την να παρελαύνει στην ελεύθερη Αθήνα την 9η Νοεμβρίου, χειροκροτούσε συνειδητά τους προστάτες του έναντι του ΕΛΑΣ που ήθελε να συνεχίσει την ένοπλη και εμφύλια βία μέχρι να επιτευχθεί ο σκοπός του, που βεβαίως ήταν η κατάληψη της πολιτικής εξουσίας.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Το Νοέμβριο του '44, ξεκίνησαν πολλές επαφές μεταξύ Σκόμπι, κυβέρνησης Παπανδρέου και αντιστασιακών οργανώσεων με θέμα τον αφοπλισμό των τελευταίων και τη δημιουργία ενιαίου εθνικού στρατού. Στις 9 Νοεμβρίου, όπως ήδη αναφέρθηκε, έφτασε στην Αθήνα η Ορεινή Ταξιαρχία. Την ίδια στιγμή, ο Θόδωρος Μακρίδης (Έκτορας) έστειλε ένα τηλεγράφημα προς το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ, με αφορμή μια διαφωνία του με τον Άρη Βελουχιώτη, στο οποίο τόνιζε ότι το εσωτερικό ελληνικό πρόβλημα θα λυνόταν αναγκαστικά προ του πέρατος του πολέμου και πως η λύση θα ήταν βίαιη και όχι κοινοβουλευτική.
Βλέπουμε λοιπόν, ότι από τις αρχές Νοεμβρίου το κλίμα ήταν τεταμένο. Μετά από συνεννοήσεις με την κυβέρνηση ο Σκόμπι ανακοίνωσε ότι η αποστράτευση των ανταρτών θα έπρεπε να ολοκληρωθεί μέχρι τις 10 Δεκεμβρίου. Στη συνάντησή του ωστόσο με τον Ζέρβα και τον Σαράφη, στις 22 Νοεμβρίου στην Αθήνα, συνειδητοποίησε ότι ο δεύτερος αρνούνταν να διατάξει την αποστράτευση των ελασιτών, παρόλο που ο ίδιος άνθρωπος είχε υπογράψει τη συμφωνία στην Καζέρτα. Στο ίδιο διάστημα ο Πρωθυπουργός έκανε παραχωρήσεις προς την εαμική πλευρά, ως δείγμα καλής θέλησης ώστε να αποφευχθούν οι όποιες συγκρούσεις. Στα τέλη του μηνός, οι συζητήσεις στράφηκαν στη δημιουργία εθνικού στρατού κοινής αποδοχής. Τελικά, έγινε αποδεκτή η πρόταση της ΠΕΕΑ, που προέβλεπε τη δημιουργία δύο ταξιαρχιών ίσης δύναμης. Η μία ταξιαρχία θα αποτελούνταν από την Ορεινή Ταξιαρχία, τον Ιερό Λόχο και μία μονάδα του ΕΔΕΣ και η δεύτερη ταξιαρχία από ισοδύναμη δύναμη του ΕΛΑΣ. Ο Παπανδρέου έκανε αποδεκτή την πρόταση της αριστεράς και ανακοίνωσε ότι οι υπουργοί της κυβέρνησης θα υπέγραφαν την πρόταση την ίδια μέρα (δηλ την 28η Νοεμβρίου). Και ενώ όλα ήταν έτοιμα ώστε να αποφύγει η χώρα νέο κύκλο εμφυλίου, την επομένη έφτασε στο γραφείο του Πρωθυπουργού αντιπροσωπεία μελών του ΕΑΜ που ζητούσε την οριστική αποστράτευση όλων των στρατιωτικών δυνάμεων, τόσο των ανταρτών όσο και της Ορεινής Ταξιαρχίας καθώς και του Ιερού Λόχου. Τα ίδια πρόσωπα, μία μέρα μετά, αναίρεσαν αυτά που είχαν προτείνει. Η πλήρης υπαναχώρηση φαίνεται πως είχε τις ρίζες της στην υπόσχεση του Τίτο για ενίσχυση. Ο Ιωάννης Ιατρίδης έγραψε πάνω σ' αυτό, πως το προηγούμενο βράδυ η ηγεσία του ΚΚΕ-ΕΑΜ-ΕΛΑΣ είχε λάβει μήνυμα του Στρατάρχη Τίτο στο οποίο παρότρυνε τον στρατό του κόμματος να καταλάβει την Αθήνα με τη βία.
Την 1η Δεκεμβρίου, ο Ριζοσπάστης κυκλοφόρησε κατηγορώντας την κυβερνητική πλευρά για τα γεγονότα των προηγούμενων ημερών. Την ίδια στιγμή δυνάμεις του ΕΛΑΣ συγκεντρώνονταν γύρω από την Αθήνα. Στις 2 Δεκεμβρίου παραιτήθηκαν οι υπουργοί του ΕΑΜ από την κυβέρνηση εθνικής ενότητας του Παπανδρέου. Οι διαταγές προς τις μονάδες του ΕΛΑΣ, ήταν να πλησιάσουν την πόλη χωρίς ωστόσο να αντιταχθούν στους Βρετανούς για κανένα λόγο. Την ίδια μέρα ο Σιάντος έστειλε διαταγή, με σφραγίδα της Κεντρικής Επιτροπής του ΕΛΑΣ, προς το Γενικό Στρατηγείο να οργανώσουν επίθεση εναντίον του Ζέρβα χωρίς να χρονοτριβούν γιατί ο τελευταίος, σύμφωνα με πληροφορίες που είχαν, ετοίμαζε γενική επιστράτευση στην Ήπειρο και να διαλύσουν τις δυνάμεις της Εθνοφυλακής ανά την Ελλάδα. Το ΕΑΜ επίσημα ανακοίνωσε ότι την 4η Δεκεμβρίου θα προκαλέσει γενική απεργία ως ένδειξη διαμαρτυρίας. Στις 3 Δεκεμβρίου, το επίσημο έντυπο του κόμματος, κυκλοφόρησε με άρθρο του Ζεύγου, με τίτλο «Και τώρα τον λόγο έχουν οι μπαρουτοκαπνισμένοι μαχητές του ΕΛΑΣ». Το άρθρο αυτό του Ζεύγου, προοικονομούσε την ένοπλη σύγκρουση των Δεκεμβριανών και αποδεικνύει ξεκάθαρα ποιος επεδίωξε τη σύγκρουση. Το συλλαλητήριο της 3ης Δεκεμβρίου αποτέλεσε την αρχή των αιματηρών συγκρούσεων. Η κυβέρνηση φρόντισε να τοποθετήσει ισχυρές αστυνομικές δυνάμεις σε όλο το ιστορικό κέντρο των Αθηνών, με αφετηρία την πλατεία Συντάγματος. Οι εαμίτες διαδηλωτές σε κάθε εμφάνιση αστυνομικών αντιδρούσαν με ύβρεις και συνθήματα.
Θεωρείται βέβαιο το γεγονός ότι η αστυνομία έβαλε κατά του πλήθους. Όπως θεωρείται γενικά βέβαιο, το γεγονός των προκλήσεων του πλήθους έναντι των αστυνομικών. Αργότερα, ο τότε διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών, Έβερτ ομολόγησε ότι ο ίδιος έδωσε την εντολή για βίαιη διάλυση της διαδήλωσης, από τη στιγμή που ένας αστυνομικός δολοφονήθηκε από το πλήθος. Από τη μέρα αυτή οι συγκρούσεις ελασιτών - αστυνομικών ήταν καθημερινό φαινόμενο στον ματωμένο Δεκέμβρη. Αυτές οι συγκρούσεις θεωρήθηκαν από πολλούς, ο λόγος της ένοπλης σύγκρουσης. Ο Γρηγόρης Φαράκος έγραψε: «Το έναυσμα πυρός για τις 33 μέρες των μαχών που θα ακολουθούσαν δόθηκε την Κυριακή 3 του μηνός, στο μεγάλο συλλαλητήριο, σωστή λαοθάλασσα, που πλημμύρισε τους δρόμους της Αθήνας, όταν η Αστυνομία πυροβόλησε κατά του άοπλου λαού στην πλατεία Συντάγματος». Αυτή ήταν βεβαίως η αφορμή που ζητούσε το ΚΚΕ. Ο Γιάννης Ιωαννίδης στις «Αναμνήσεις» του ξεκαθάρισε ότι αυτή την εντύπωση είχε και ο ίδιος μέχρι που ενημερώθηκε ότι η Κεντρική Επιτροπή του ΕΛΑΣ είχε αποφασίσει τη σύγκρουση ήδη από την 1η Δεκεμβρίου, δηλαδή δύο ημέρες πριν το περιβόητο συλλαλητήριο. Γεγονός που σήμαινε, κατά τον Ιωαννίδη, ότι τα όσα συνέβησαν στο συλλαλητήριο ήταν ουσιαστικά η αφορμή που έψαχνε το Κόμμα και ο ΕΛΑΣ για να φουντώσει πάλι ο εμφύλιος. Επομένως, δια χειρός Ιωαννίδη τεκμηριώνεται ότι το ΚΚΕ είχε προαποφασίσει τον αιματηρό Δεκέμβρη, έχοντας και την ενίσχυση άλλων Βαλκάνιων συντρόφων.
Από την 6η Δεκεμβρίου 1944 μέχρι την 7η Ιανουαρίου 1945 οι αιματηρές συγκρούσεις ήταν αυξανόμενες. Ο ΕΛΑΣ ήλεγχε με διαφορά το μεγαλύτερο μέρος της Αθήνας. Είναι χαρακτηριστικό πως όλη αυτή την περίοδο δεν στράφηκε κατά των Βρετανών. Στράφηκε όμως με πάθος κατά των εθνικών και κυβερνητικών δυνάμεων. Η ΙΙΙ Ταξιαρχία έλαβε μέρος στις συγκρούσεις την 6η Δεκεμβρίου και μέχρι την 1η Ιανουαρίου του 45 και παρά τις δυσκολίες σε όλες τις μάχες ανάγκασε τις δυνάμεις του ΕΛΑΣ σε άτακτη υποχώρηση. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο διοικητής της Ορεινής Ταξιαρχίας Συνταγματάρχης Τσακαλώτος κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών καθιέρωσε το «Σύνθημα: Ελλάς, παρασύνθημα: Οπίσω ποτέ» δείχνοντας με αυτό τον τρόπο την αποφασιστικότητα της Ταξιαρχίας. Εν τέλει, η αυτοθυσία των ανδρών μονάδων του στρατεύματος και των Σωμάτων Ασφαλείας σε συνδυασμό με την αναποφασιστικότητα της ηγεσίας του ΕΛΑΣ οδήγησαν στην ήττα του τελευταίου.
Το βιβλίο του Χρίστου Τάρταρη αποτελεί μια εμπεριστατωμένη μελέτη για τη δράση και τη συνεισφορά της ΙΙΙης Ελληνικής Ορεινής Ταξιαρχίας καθ’ όλη τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου από τη Μέση Ανατολή στην Ιταλία και κατά την επιστροφή της στην ελεύθερη Ελλάδα. Μια μελέτη πρωτότυπη, που για πρώτη φορά παρουσιάζει στη βιβλιογραφία μια ολοκληρωμένη εικόνα της δράσης της Ταξιαρχίας με ακρίβεια και χρονολογική σειρά. Επίσης, είναι αξιοσημείωτο το ότι ο συγγραφέας στη μακρά λίστα των πηγών του και της εκτεταμένης βιβλιογραφίας που παραθέτει χρησιμοποιεί το σύνολο των πηγών της ιταλικής βιβλιογραφίας που αφορούν την ίδια περίοδο και σχετίζονται με τη δράση της Ταξιαρχίας ολοκληρώνοντας έτσι την εικόνα του αντικειμένου που πραγματεύεται. Αξίζουν πολλά συγχαρητήρια στον συγγραφέα για τη μεθοδολογία του και το γενικότερο συγγραφικό του έργο όπως επίσης και στις εκδόσεις του περιοδικού Ενδοχώρα για την άρτια έκδοση.
Σχόλια
Δημοσίευση σχολίου